<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/" version="2.0">
<channel>
<title>PhD in Economics, Administration and Computer Science</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/11486</link>
<description>Διδακτορικό στα Οικονομικά, Διοίκηση και Πληροφορική</description>
<pubDate>Sun, 05 Apr 2026 20:25:21 GMT</pubDate>
<dc:date>2026-04-05T20:25:21Z</dc:date>
<item>
<title>Αποτελεσματικότητα και Ανταγωνιστικότητα της Δημόσιας Διοίκησης στην Κύπρο: Μια εμπειρική έρευνα</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/12591</link>
<description>Αποτελεσματικότητα και Ανταγωνιστικότητα της Δημόσιας Διοίκησης στην Κύπρο: Μια εμπειρική έρευνα
Δημητρίου, Τιμόθεος
Η Δημόσια Διοίκηση αποτελεί σημαντικό πυλώνα για την εύρυθμη λειτουργία κάθε ευνομούμενου κράτους, καθώς η σωστή ενάσκηση της προσδίδει σε αυτό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Οι σημαντικά προηγμένες χώρες όπως για παράδειγμα η Ρωσία, η Κίνα, η Γαλλία, η Αγγλία, η Γερμανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, μπορούν να αποτελέσουν ένα αρκετά καλό παράδειγμα για τους ερευνητές που επιθυμούν να ενδιατρίψουν για τον τρόπο που η Δημόσια Διοίκηση λειτουργεί και εφαρμόζεται σε αυτές, καλύπτοντας τις αυξημένες και πολύπλοκες κρατικές ανάγκες τους. Ως βασικοί παίκτες στο διεθνές στερέωμα επιδιώκουν να πρωτοπορούν, οπότε επενδύουν αρκετούς πόρους, ανθρώπινους και μη, με κύριο σκοπό την οικοδόμηση μίας επιτυχημένης Δημόσιας Διοίκησης στην επικράτεια τους. Από την άλλη χώρες ασθενέστερες, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και χαμηλότερους δείκτες παρακολουθούν διακριτικά τις διεθνείς εξελίξεις, σε μια προσπάθεια να εντοπίσουν και να αποκομίσουν τα θετικά στοιχεία που διαλαμβάνει η λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης στις ανεπτυγμένες χώρες. Το βασικό μέλημα για το κάθε κράτος είναι τηρουμένων των διεθνών εξελίξεων και του μεγέθους του, να λειτουργήσει αποτελεσματικά και αποδοτικά με στόχο την όσον το δυνατό καλύτερη εφαρμογή της Δημόσιας Διοίκησης εντός των συνόρων του. Τόσο σε θεωρητικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο εφαρμογής, η βασική εκδοχή της Δημόσιας Διοίκησης περιλαμβάνει μία σύνθεση από νομοθετήματα, κανονισμούς και πρακτικές εφαρμογές που συνυπάρχουν και συνδυαμορφώνονται, συμβάλλοντας έτσι στην ομαλή εφαρμογή της. Ανάμεσα σε άλλα, η περίπτωση της Κύπρου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθότι η χώρα ανήκει στην κατηγορία των μικρών κρατών, διαθέτει μια νεαρή σχετικά δημοκρατία που εγκαθιδρύθηκε το 1960, ενώ επιπρόσθετα οι αναφορές στη Δημόσια Διοίκηση της χώρας από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης καθώς και τα επιστημονικά συγγράμματα για αυτήν είναι ελάχιστα/ες. Οι πολίτες της χώρας δικαίως αναμένουν πολύ περισσότερα από τη λειτουργία του Δημόσιου Τομέα σε σχέση με όσα τους αποδίδει, αφού υπάρχουν όλα τα εχέγγυα στη σύγχρονη εποχή. Η σημαντική αναβάθμιση της τεχνολογίας, της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και της καινοτομίας εξάλλου, δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για μεγαλύτερη προσφορά του Δημόσιου Τομέα της χώρας προς τον πολίτη και στα ενδιαφερόμενα μέρη. Η έρευνα αυτή έχει ως στόχο αφενός να διερευνήσει κατά πόσο οι παράγοντες αποτελεσματικότητα και ανταγωνιστικότητα συσχετίζονται μεταξύ τους, και αφετέρου να αναδείξει το ρόλο και τη σημαντικότητα τους ως μέτρων παραγωγής έργου αλλά και ως ενδεικτικών δεικτών μέτρησης της προσφοράς της Δημόσιας Διοίκησης στην Κύπρο. Επιπρόσθετα η έρευνα αυτή ασχολείται με τις πρόσφατες εξελίξεις αφού τοποθετείται χρονολογικά εντός της τελευταίας πενταετίας 2016-2021, ενώ ταυτόχρονα έχει εμπειρική προσέγγιση και χροιά, καθότι μελετά την περίπτωση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λεμεσού στο οποίο ο συγγραφέας εργάζεται την τελευταία δωδεκαετία ως δημόσιος υπάλληλος. Το Τμήμα αποτελείται από πολλά υποτμήματα που συνεργάζονται μεταξύ τους για την εξέταση των υποθέσεων των πολιτών, οπότε η πολυπλοκότητα που παρουσιάζεται στον τρόπο διαχείρισης των υποθέσεων προσομοιάζει αρκετά με την πολυπλοκότητα που παρατηρείται στη Δημόσια Υπηρεσία. Η βιβλιογραφική επισκόπηση καλύπτει συνολικά την ερευνητική βιβλιογραφία γύρω από τις έννοιες Αποτελεσματικότητα, Ανταγωνιστικότητα και Δημόσια Διοίκηση ενώ συσχετίζει το θέμα, τα ερευνητικά ερωτήματα και τα τελικά συμπεράσματα της διατριβής με το συναφές θεωρητικό πλαίσιο. Η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται περιλαμβάνει τον συνδυασμό δύο διαφορετικών τεχνικών συλλογής δεδομένων, δηλαδή πρωταρχικά τη λήψη συνέντευξης και κατά δεύτερο την συμπλήρωση ερωτηματολογίου, στοχεύοντας να απαντήσει τα τέσσερα ερευνητικά ερωτήματα που προέκυψαν έπειτα από την ανάλυση του τίτλου, του σκοπού και των στόχων της διδακτορικής διατριβής. Το δείγμα που χρησιμοποιήθηκε, προέρχεται από δύο ομάδες: Ομάδα 1η) οι Κύπριοι Δημόσιοι Υπάλληλοι και Ομάδα 2η) οι Κύπριοι Πολίτες οι οποίοι δεν τυγχάνει να εργάζονται στη Δημόσια Υπηρεσία. Η ανάλυση των συλλεχθέντων δεδομένων αποκαλύπτει την κακή εικόνα που υποβόσκει εδώ και χρόνια σε σχέση με τη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης στην Κύπρο και η οποία έχει παγιωθεί στη συνείδηση του Κύπριου πολίτη. Η Αποτελεσματικότητα και η Ανταγωνιστικότητα του Τομέα βρίσκεται στο ναδίρ και χρειάζεται να υπάρξει άμεσα ανασχεδιασμός και μεταρρυθμίσεις ώστε να βγει από το τέλμα που βρίσκεται. Κλείνοντας η διδακτορική έρευνα προτείνει τη χρήση εργαλείων που ήδη εφαρμόζονται στον ιδιωτικό τομέα για να επέλθει η ανάκαμψη και παραθέτει προτάσεις που αποσκοπούν στο να επέλθει τελικά η απαιτούμενη αλλαγή. Αυτές είναι η ανάλυση SWOT, η Κάρτα Ισορροπημένης Απόδοσης και η Χωροταξική Τοποθέτηση που εξετάζονται συγκεκριμένα για την περίπτωση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στην παρούσα έρευνα. Πρόκειται για πρακτικές οι οποίες εάν εφαρμοσθούν με βέλτιστο τρόπο μπορούν να οδηγήσουν στην αναβάθμιση της Αποτελεσματικότητας και της Ανταγωνιστικότητας τόσο του Κτηματολογίου ειδικότερα, όσο και του Δημόσιου Τομέα στην Κύπρο ευρύτερα. Η εμφάνιση της πανδημίας του κορονοϊού εντός του 2020 αποτελεί το βασικό περιορισμό της έρευνας καθώς δημιούργησε σοβαρά προβλήματα όσον αφορά την κοινωνική επαφή και συνδιαλλαγή με τον κόσμο. Παρά την ιδιαίτερα αρνητική αυτή εξέλιξη, η παρούσα διδακτορική έρευνα ολοκληρώθηκε μέσα στα σωστά επιστημονικά πλαίσια και κοινοποιεί τα αποτελέσματα που κατέγραψε, δίνοντας τα απαραίτητα ερεθίσματα προς τους μελλοντικούς ερευνητές ώστε οι τελευταίοι να κατανοήσουν και να επεκτείνουν το θέμα με το οποίο καταπιάνεται.
ENGLISH ABSTRACT: Public Administration is an important pillar for the proper functioning of any law-abiding state, as its proper exercise offers a competitive advantage both nationally and internationally. Significantly advanced countries such as Russia, China, France, the United Kingdom, Germany, and the United States of America, may constitute a good example for researchers who wish to reflect on the way Public Administration is applied and operates, meeting their increased and complex state needs. As key players in the international arena, they seek to be pioneers, thus they invest a lot of human and non-human resources, having as their main aim building a successful Public Administration in their territory. On the other hand, weaker countries, with different characteristics and lower indicators, discreetly monitor international developments, in an effort to identify and obtain the positive elements of the operation of the Public Administration in developed countries. The main concern for each state is, considering the international developments and its size, to operate effectively and efficiently aiming at the best possible implementation of the Public Administration within its borders. Both at a theoretical and practical level, the basic version of Public Administration includes a series of laws, regulations and practical applications that coexist and are combined, thus contributing to its smooth implementation. Among other things, the case of Cyprus is of particular interest as the country belongs to the category of small states, has a relatively young democracy, established in 1960, while in addition the references to the Public Administration by the Media as well as the scientific books which are written are very few. In accordance with the favorable conditions offered by the modern era, the citizens of the country rightly have high expectations from the operation of the Public Sector in relation to what it actually offers. The significant upgrade of technology, e-government, and innovation, creates the right conditions for a greater offer of the country’s Public Sector to the citizen and all the parties involved. This research aims on the one hand to investigate whether the indicators of efficiency and competitiveness are related to each other, and on the other hand to highlight their role and importance, as project production measures but also as indicators for measuring the supply of Public Administration in Cyprus. In addition, this research addresses recent developments as it is chronologically placed within the last five years, 2016-2021, while at the same time it has an empirical approach and tone, as it studies the case of the Department of Lands and Surveys in Limassol, where the author has been working for the last twelve years. The Department consists of many sub-departments that work together to examine citizens' cases, thus the complexity presented in the way cases are managed, is quite similar to the complexity observed in the general Public Service. The literature review covers the entire research literature around the concepts of Effectiveness, Competitiveness and Public Administration, while relating the topic, research questions and the final conclusions of the dissertation to the relevant theoretical framework. The methodology used, involves the combination of two different data collection techniques, primarily interviewing and secondly completing a questionnaire, aiming to answer the four research questions that emerged after the analysis of the title, purpose, and objectives of the doctoral dissertation. The sample used comes from two groups, the Cypriot Public Servants and the Cypriot Citizens who do not happen to work in the Public Service. The analysis of the collected data reveals the poor image that lurks for years in relation to the operation of the Public Administration in Cyprus, and which has been consolidated in the consciousness of the Cypriot citizen. The Efficiency and Competitiveness of the Sector is at its lowest and worst point and there needs to be immediate redesign and reform to alter its current situation. In conclusion, the doctoral research suggests the use of tools, that are already applied in the private sector, to lead to the recovery and presents suggestions that aim at finally bringing about the required change. These tools are mainly the SWOT analysis, the Balanced Scorecard and the Spatial Placement that are examined specifically for the case of the Department of Lands and Surveys in the present research. These are practices which, if implemented in an optimal way, may lead to the upgrading of the Efficiency and Competitiveness of both the Land Registry in particular, and the Public Sector in Cyprus in general. The emergence of the coronavirus pandemic in 2020 is the main limitation of the research as it has created serious problems in terms of social contact and conciliation with the world. Despite this particularly negative development, the present doctoral research has been completed within the correct scientific frameworks and presents the results it has recorded, giving the necessary stimuli to future researchers so that the latter can understand and expand the subject which is hereby dealt with.
</description>
<pubDate>Sat, 01 Jan 2022 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/12591</guid>
<dc:date>2022-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Διερεύνηση των απόψεων των εκπαιδευτικών για την  επικρατούσα συνεργατική κουλτούρα και το στυλ διαχείρισης των συγκρούσεων  που υιοθετούν στα ολιγοθέσια-πολυθέσια δημοτικά σχολεία</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/12534</link>
<description>Διερεύνηση των απόψεων των εκπαιδευτικών για την  επικρατούσα συνεργατική κουλτούρα και το στυλ διαχείρισης των συγκρούσεων  που υιοθετούν στα ολιγοθέσια-πολυθέσια δημοτικά σχολεία
Τσιπά, Σπυριδούλα
Η παρούσα εργασία διερευνάει σε ποιο βαθμό οι απόψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με τις αξίες και τις νόρμες συμπεριφοράς που καθορίζουν τη συνεργατική κουλτούρα διαφοροποιούνται στη σχολική πράξη καθώς επίσης και τις στρατηγικές που οι εκπαιδευτικοί επιλέγουν για την αντιμετώπιση των ενδοσχολικών συγκρούσεων σε μια εποχή νομοθετικών εκπαιδευτικών αλλαγών στο δημόσιο ολοήμερο δημοτικό σχολείο το εκπαιδευτικό σύστημα του οποίου διέπεται από γραφειοκρατική αντίληψη και συγκεντρωτισμό. Βασικός σκοπός της μελέτης είναι να αναδειχθούν οι τρόποι με τους οποίους οι εκπαιδευτικοί στην καθημερινή σχολική πρακτική ενεργούν και διαμορφώνουν τη σχολική συνεργατική κουλτούρα ή διαχειρίζονται μια διένεξη, για το αν συγκλίνουν ή αποκλίνουν με τις θεωρητικές και ερευνητικές προσεγγίσεις, ώστε αν απαιτηθεί επαναπροσδιορισμός του ρόλου τους, ανατροφοδοτικά να εστιάσουν το ενδιαφέρον τους στην αποτελεσματικότητα των σχολείων ευθύνης τους. Πεδίο εφαρμογής της έρευνας αποτέλεσε το σύνολο των εκπαιδευτικών σε επιλεγμένα με τυχαίο τρόπο ολοήμερα δημοτικά σχολεία της επικράτειας. Ως ερευνητικά εργαλεία χρησιμοποιήθηκαν το ερωτηματολόγιο School Culture Survey - Teacher Form (S.C.S.-T.F.) το οποίο αξιολογεί και καταγράφει τις απόψεις των εκπαιδευτικών για τις έξι διαστάσεις (συνεργατική ηγεσία, συνεργασία δασκάλων, επαγγελματική ανάπτυξη, ενότητα στόχου, συλλογική υποστήριξη και εκπαιδευτική σύμπραξη) που διαμορφώνουν το μοντέλο της σχολικής συνεργατικής κουλτούρας και το ερωτηματολόγιο Conflict Management Strategies Scale’s (C.M.S.S’s.) το οποίο αναγνωρίζει και αξιολογεί τις απόψεις των εκπαιδευτικών για τα τρία επικρατέστερα στυλ στρατηγικών (συμβιβασμός, αποφυγή και επιβολή) που αυτοί υιοθετούν στην διαχείριση των ενδοσχολικών συγκρούσεων. Ακολουθώντας, τη ενδεδειγμένη μεθοδολογία της περιγραφικής, συγκριτικής και συσχετικής στατιστικής ανάλυσης, τα (Ν=782) ερωτηματολόγια χρησιμοποιήθηκαν για την εξαγωγή συμπερασμάτων βάσει των ερευνητικών ερωτημάτων/υποθέσεων που τέθηκαν. Τα αποτελέσματα της έρευνας κατέδειξαν την υιοθέτηση σε σχετικά ικανοποιητικό βαθμό αρκετών μορφών συνεργατικής συμπεριφοράς. Η συγκριτική ανάλυση για την συνάφεια συνεργατικής κουλτούρας στα ολιγοθέσια και πολυθέσια σχολεία, απέδειξε την ύπαρξη στατιστικά σημαντικής διαφοράς μόνον για τους παράγοντες συνεργατική ηγεσία και συλλογική υποστήριξη. Η ανάλυση ελέγχου Anova σε σχέση με τη θέση στη σχολική μονάδα ανέδειξε την ύπαρξη στατιστικά σημαντικής διαφοράς των αντιλήψεων μεταξύ διευ θυντών/τριών, υποδιευθυντών/τριών και εκπαιδευτικών για όλες σχεδόν τις διαστάσεις της συνεργατικής κουλτούρας. Επιπλέον, η μεταβλητή χωροταξία του σχολείου αποκάλυψεστατιστικά σημαντική διαφορά για τις διαστάσεις συνεργατική ηγεσία, συνεργασία δασκάλων και συναδελφική υποστήριξη, ενώ η επιμόρφωση δεν επηρέασε τη διαμόρφωση των στάσεων των ερωτηθέντων για τη συνεργατική κουλτούρα. Από τη διερεύνηση της διαχείρισης των συγκρούσεων διαπιστώνεται, ότι ακολουθείται η ίδια τάση επιλογής στα ολιγοθέσια και πολυθέσια σχολεία με κυρίαρχη τεχνική το συμβιβασμό, σε μικρότερο βαθμό την αποφυγή και τελευταία την επιβολή, ενώ μόνον για το στυλ της αποφυγής διαφοροποιούνται στατιστικά οι αντιλήψεις στους δύο τύπους σχολείων. Η συγκριτική ανάλυση σε σχέση με τη θέση στη σχολική μονάδα, ανέδειξε διαφορά στη σειρά επιλογής του στυλ διαχείρισης των συγκρούσεων για τους υποδιευθυντές/τριες, έναντι των διευθυντών/τριών-εκπαιδευτικών. Η γεωγραφική χωροταξία του σχολείου δεν επηρεάζει τη γενική τάση επιλογής, ενώ οι στατιστικά παρατηρούμενες διαφοροποιήσεις αφορούν τους υπηρετούντες στις ημιαστικές έναντι εκείνων στις αστικές για το συμβιβασμό, στις ημιαστικές έναντι εκείνων στις αγροτικές για την αποφυγή και στις ημιαστικές έναντι εκείνων στις αστικές αγροτικές περιοχές για την επιβολή. Επίσης, η επιμόρφωση δεν λειτούργησε θετικότερα στη διαμόρφωση των στάσεων τους για τις στρατηγικές αποφυγή και επιβολή, όπου παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές. Η συσχετική ανάλυση αποκάλυψε την ύπαρξη θετικής συσχέτισης της στρατηγικής του συμβιβασμού με όλες τις διαστάσεις της συνεργατικής κουλτούρας, την ύπαρξη αρνητικής συσχέτισης της αποφυγής με ορισμένες διαστάσεις και την ύπαρξη αρνητικής συσχέτισης της επιβολής με τις περισσότερες διαστάσεις της συνεργατικής κουλτούρας. Από την ανάλυση πολλαπλής παλινδρόμησης προέκυψε ότι η τεχνική της αποφυγής και της επιβολής έχει την καλύτερη ερμηνευτική ικανότητα ως προς την πρόβλεψη των μεταβλητών της συνεργατικής κουλτούρας. Βεβαίως, τα ευρήματα δεν υποστηρίζουν την ύπαρξη μιας γνήσιας συνεργατικής κουλτούρας ωστόσο, θέτουν τα θεμέλια για την ανάπτυξη πιο ουσιαστικών συνεργασιών που θα διαμορφώνουν ένα πλαίσιο λειτουργίας που θα στηρίζεται στις αρχές της συλλογικότητας και αξιοποίησης των δυνατοτήτων όλων των μελών της, θα προωθεί το όραμα της σχολικής μονάδας, θα ενισχύει τον επαγγελματισμό των ατόμων και θα στοχεύει στην εκπαιδευτική σύμπραξη όλων των συντελεστών της σχολικής κοινότητας. Παράλληλα η ανάδειξη και η καλλιέργεια του μοντέλου της συνεργατικής/κατανεμημένης ηγεσίας ενισχύει την άποψη που τελευταία κυριαρχεί για μια στροφή προς τη σύγχρονη θεωρία των υβριδικών μορφών ηγεσίας (ολοκληρωμένη ηγεσία) που στοχεύει στη σχολική αποτελεσματικότητα. Βεβαίως, ενθαρρυντικό είναι η υιοθέτηση των διαχειριστικών και επικοδομητικών (συμβιβασμός), έναντι των μετριοπαθών (αποφυγή) και δυναμικών (επιβολή) πρακτικών, εξίσου όμως σημαντικό είναι η διαχείριση των ενδοσχολικών συγκρούσεων να εξετάζει κάθε περίπτωση στο υφιστάμενο κοινωνικό-πολιτισμικό πλαίσιο και την επικρατούσα σχολική κουλτούρα.
ENGLISH ABSTRACT: This paper investigates to what extent teachers' views on the values and norms of behaviour that define the collaborative culture are differentiated in school practice as well as the strategies teachers choose to deal with intra-school conflicts at a time of legislative educational changes in the public all-day primary school whose educational system is governed by bureaucratic perception and centralization. The main purpose of the study is to highlight the ways in which teachers in everyday school practice act and shape school collaborative culture or manage a conflict, whether they converge or diverge with theoretical and research approaches, so that if a redefinition of their role is required, feedback to focus their interest on the effectiveness of their schools of responsibility. The scope of the survey was the total number of teachers in randomly selected all-day primary schools in the country. The research tools used were the School Culture Survey - Teacher Form (S.C.S.-T.F.) questionnaire which evaluates and records the teachers' views on the six dimensions (collaborative leadership, teachers collaboration, professional development, unity of purpose, collegial support and learning partnership) that shape the model of school collaborative culture and the Conflict Management Strategies Scale's (C.M. S.s.) questionnaire which identifies and assesses the teachers' views on the three most prevalent styles of strategies (compromising, avoiding and competing) that they adopt in the management of intra school conflicts. Following the appropriate methodology of descriptive, comparative and correlation analysis, the (N = 782) questionnaires were used to draw conclusions based on the research questions/hypotheses put forward. The results of the survey demonstrated the adoption to a relatively satisfactory extent of several forms of collaborative behaviour. The comparative statistical analysis of the relevance of collaborative culture in small and multipurpose schools has demonstrated the existence of a statistically significant difference only for collaborative leadership and collegial support factors. The Anova analysis in relation to the position in the school unit revealed the existence of a statistically significant difference in perceptions between headmasters, sub-headmasters and teachers on almost all dimensions of collaborative culture. In addition, the variable geographical location of the school unit revealed a statistically significant difference in the dimensions of collaborative leadership, teachers collaboration and collegial support, while training did not affect the respondents' attitudes towards collaborative culture. The investigation of conflict management shows that the same trend of choice is followed in both in small and multipurpose schools, with a dominant technique of compromising, to a lesser extent avoiding and lastly competing, while only the avoiding style differs statistically in the two types of schools. The comparative analysis with regard to school unit position revealed a difference in the order of choice of conflict management style for sub-headmasters versus headmasters-teachers. The geographical location of the school unit does not affect the general trend of selection, while the statistically observed variations concern semi-urban employees compared to those in urban for compromising, semi-urban versus those in rural rural areas to avoiding and semi-urban compared to those in urban-rural areas for competing. Also, training did not have a more positive effect on the formation of their attitudes towards avoiding and competing strategies, where statistically significant differences were observed. The correlation analysis revealed the existence of a positive correlation of the strategy of compromising with all dimensions of collaborative culture, the existence of a negative correlation of avoidιng with some dimensions and the existence of a negative correlation of competing with most dimensions of collaborative culture. The multiple regression analysis revealed that the avoiding and competing technique has the best explanatory power in predicting the variables of collaborative culture. Of course, the findings do not support the existence of a genuine collaborative culture, however, they lay the foundations for the development of more meaningful partnerships that will form a framework for the operation based on the principles of collectivity and utilization of the potential of all its members, promoting the vision of the school unit, enhancing the professionalism of individuals and aiming at the educational partnership of all actors of the school community. At the same time, the emergence and cultivation of the collaborative/ distributed leadership model reinforces the recently dominant view of a shift towards the modern theory of hybrid forms of leadership (integrated leadership) aimed at school effectiveness. Of course, it is encouraging to adopt managerial and constructive (compromisιng), versus moderate (avoiding) and dynamic (competing) practices, but it is equally important that the management of intar-school conflicts considers each case in the existing socio-cultural context and the prevailing school culture
</description>
<pubDate>Fri, 01 Jan 2021 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/12534</guid>
<dc:date>2021-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Συγκριτική προσέγγιση της αξιολόγησης εκπαιδευτικών μέσης εκπαίδευσης με στοιχεία και επιρροές από τον ιδιωτικό τομέα</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/12056</link>
<description>Συγκριτική προσέγγιση της αξιολόγησης εκπαιδευτικών μέσης εκπαίδευσης με στοιχεία και επιρροές από τον ιδιωτικό τομέα
Κωνσταντινίδη, Δέσπoινα
Η παρούσα διατριβή εξετάζει τo σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών Μέσης&#13;
Εκπαίδευσης της Κύπρου. Σκοπός της έρευνας είναι η ενσωμάτωση αποτελεσματικών&#13;
πρακτικών και επιρροών από τον ιδιωτικό τομέα στο πεδίο της αξιολόγησης των&#13;
εκπαιδευτικών στον δημόσιο τομέα και η δημιουργία ενός μοντέλου αποτελεσματικής&#13;
αξιολόγησης, το μοντέλο «Χρυσαλλίδα» (Διάγραμμα 17, σ.257). Το συγκεκριμένο μοντέλο&#13;
μπορεί να προσθέσει αξία στο υφιστάμενο σύστημα αξιολόγησης και στο προτεινόμενο νέο&#13;
σύστημα αξιολόγησης του εκπαιδευτικού και του εκπαιδευτικού έργου. Η ερευνητική αυτή&#13;
μελέτη εστιάζει στις υποκειμενικές απόψεις των εκπαιδευτικών που αφορούν στην&#13;
αυτοαποτελεσματικότητα και τα είδη αξιολόγησης στη βάση συγκεκριμένων,&#13;
προκαθορισμένων κριτηρίων. Ως κριτήριο, η αποτελεσματικότητα εξετάζεται μέσα από το&#13;
πλαίσιο της στοχοθεσίας και η επάρκεια ως απόρροια στόχων που προάγουν αξίες όπως την&#13;
ποιότητα στην εκπαίδευση και τον μαθητοκεντρισμό.&#13;
Αναφορικά στη μεθοδολογία, ο συνδυασμός ποιοτικής και ποσοτικής έρευνας σχεδιάζει τη&#13;
μελέτη ως επισκόπηση. Η επισκόπηση, η οποία πραγματοποιείται σε Γυμνάσια, Λύκεια και&#13;
Τεχνικές Σχολές της Κύπρου, αποτελεί προσέγγιση μικτών μεθόδων, γιατί χρησιμοποιεί&#13;
αναστοχαστικές εμπειρικές περιγραφές (ποιοτική μέθοδος) και ερωτηματολόγια (ποσοτική&#13;
μέθοδος). Τα δυο ερευνητικά εργαλεία έχουν τύχει της έγκρισης του Κέντρου&#13;
Εκπαιδευτικής Έρευνας και Αξιολόγησης και της Διεύθυνσης Μέσης Εκπαίδευσης του&#13;
Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Κύπρου. Ο σκοπός και οι&#13;
επιμέρους στόχοι της μελέτης, η χρησιμότητα και αναγκαιότητά της, η διαδικασία συλλογής&#13;
δεδομένων, το δείγμα και το χρονικό πλαίσιο της έρευνας, καθώς και τα θέματα ηθικής&#13;
έχουν τύχει της αποδοχής του σώματος της Μέσης Εκπαίδευσης. Το δείγμα της ποιοτικής&#13;
έρευνας αποτελούν 35 εκπαιδευτικοί που εργάστηκαν σε σχολικές μονάδες των επαρχιών&#13;
Πάφου και Λεμεσού κατά το σχολικό έτος 2019-2020. Το δείγμα της ποσοτικής έρευνας&#13;
περιλαμβάνει 203 εκπαιδευτικούς που εργάστηκαν σε σχολικές μονάδες της επαρχίας&#13;
Πάφου, Λεμεσού και Λευκωσίας κατά το σχολικό έτος 2020-2021.&#13;
Η ανάλυση των ποιοτικών δεδομένων έγινε με τη μέθοδο περιεχομένου που φέρνει στο φως&#13;
έξι θεματικές ενότητες, οι οποίες κατηγοριοποιούνται σε Δείκτες. Η συγκεκριμένη&#13;
κατηγοριοποίηση αποκαλύπτει περαιτέρω θέματα από τα ερευνητικά ερωτήματα. Η&#13;
ποσοτική ανάλυση των δεδομένων γίνεται με το σύστημα IBM SPSS το οποίο επιτρέπει τη&#13;
σύνοψη των δεδομένων μέσω της περιγραφικής στατιστικής ανάλυσης (descriptive statistics analysis) και γενικεύσεις που αφορούν στον πληθυσμό έρευνας μέσω της επαγωγικής&#13;
στατιστικής ανάλυσης (inferential statistics analysis). Διαφοροποίηση ανάμεσα στις&#13;
απόψεις των εκπαιδευτικών και Βοηθών Διευθυντών προκύπτει μέσω της μεθόδου Mann-&#13;
Whitney U και διαφορές στα δημογραφικά δεδομένα διαφαίνονται μέσα από τον&#13;
παραμετρικό έλεγχο One-Way ANOVA. Τα πορίσματα της έρευνας κατευθύνουν στη&#13;
δημιουργία πλέγματος πεδίων που αντιστοιχούν σε στάδια αξιολόγησης και στη&#13;
διαμόρφωση κριτηρίων μέτρησης της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας. Η εξαγωγή&#13;
των πορισμάτων εκσκάβει την ανάγκη ενσωμάτωσης πρακτικών και επιρροών του ιδιωτικού&#13;
τομέα στο υφιστάμενο σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών στον δημόσιο τομέα, σε&#13;
ένα πλαίσιο που διατηρεί και ενδυναμώνει τις γενικές αρχές της αποτελεσματικής διοίκησης&#13;
και τον αξιακό ρόλο του εκπαιδευτικού.&#13;
Ο συνδυασμός της εσωτερικής αξιολόγησης, της εξωτερικής αξιολόγησης και της&#13;
αυτοαξιολόγησης θεωρείται από την πλειοψηφία εκπαιδευτικών (86,5%) ως η μορφή&#13;
αξιολόγησης που είναι αρκετά ή πολύ αποτελεσματική. Εκπαιδευτικοί (54,2%) θεωρούν&#13;
πολύ απαραίτητη την πιο ενεργό συμμετοχή του Διευθυντή (εκτός του Επιθεωρητή) στην&#13;
αξιολόγηση. Διαφορές για τον ρόλο αυτό (του Διευθυντή) στην αξιολόγηση έρχονται στο&#13;
φως σε σχέση με τα έτη υπηρεσίας. Εκπαιδευτικοί από 0 έως και 10 έτη υπηρεσίας&#13;
συμφωνούν σε στατιστικά σημαντικά μικρότερο βαθμό από τους εκπαιδευτικούς με 11 έως&#13;
20 έτη υπηρεσίας (p=0,037), όσο και με αυτούς με 21 έως 34 έτη υπηρεσίας (p=0,024). Δεν&#13;
φαίνεται να υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο μέσο βαθμό συμφωνίας των εκπαιδευτικών&#13;
με 11 έως 20 έτη υπηρεσίας και αυτών με 21 έως 34 έτη υπηρεσίας (p=0,146).&#13;
Η τάση προς την εσωτερική αξιολόγηση, που διαφαίνεται από τα ερευνητικά ευρήματα,&#13;
μπορεί να συμβάλει στην αποτελεσματικότερη αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου και τη&#13;
μέτρηση της αξιολόγησης ως προς τη συμβολή του εκπαιδευτικού στην αναβάθμιση της&#13;
ποιότητας της σχολικής μονάδας. Μια πιο αποτελεσματική διάσταση του έργου του&#13;
εκπαιδευτικού ξετυλίγεται, στην περίπτωση που προηγείται στάδιο διαβούλευσης ή&#13;
συμβουλευτικής διαδικασίας με τον Διευθυντή. Εντοπίζεται σημαντικά θετική στάση των&#13;
συμμετεχόντων και για άλλα στάδια που απουσιάζουν από το παρόν σύστημα αξιολόγησης.&#13;
Οι συμμετέχοντες στην έρευνα είναι θετικά διακείμενοι (43,8%) προς το στάδιο&#13;
αναστοχασμού-αναθεώρησης, κρίνουν (49,3%) πολύ απαραίτητο το στάδιο&#13;
προγραμματισμού και ιεράρχησης ενεργειών και θεωρούν (41,3%) αρκετά απαραίτητο το&#13;
στάδιο μεταξιολόγησης. Αρκετοί εκπαιδευτικοί (47,8%) πιστεύουν ότι ο συνδυασμός αυτοαξιολόγησης και&#13;
ετεροαξιολόγησης φαίνεται να συμβάλλει σε αρκετά μεγάλο βαθμό στη διασφάλιση της&#13;
εγκυρότητας της αξιολόγησης, με την ιδέα ότι από ένα τέτοιο συνδυασμό προκύπτει πολύ&#13;
μεγάλη πιθανότητα να επέρχεται η προσωπική αυτοβελτίωση. Με βάση την άποψη&#13;
συμμετεχόντων (43,6%) προαξιολογικό στάδιο, που περιλαμβάνει στοχοθεσία, μπορεί να&#13;
διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Καθότι πρόκειται για ένα στάδιο που στο υφιστάμενο&#13;
σύστημα δεν υπάρχει, τα ευρήματα της έρευνας αναδεικνύουν τη σημαντικότητα&#13;
υιοθέτησης αυτού του σταδίου, καθώς φαίνεται να δύναται να συμβάλει σημαντικά στην&#13;
αύξηση των πεποιθήσεων των εκπαιδευτικών για την αυτοαποτελεσματικότητά τους.&#13;
Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί (61,1%) πιστεύουν ότι κατά τη στοχοθεσία είναι πολύ&#13;
σημαντικό το κριτήριο της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου και (55,7%) δηλώνουν ότι&#13;
θεωρεί μεγάλη τη συμβολή της στοχοθεσίας στην ενδυνάμωση και αποτελεσματικότητα του&#13;
ρόλου του, κρίνοντας (48,0%) ότι η στοχοθεσία συμβάλλει πολύ στη βελτίωση και&#13;
επαγγελματική ανάπτυξή τους γενικότερα. Ο στοχοκεντρικός άξονας, που αναδεικνύεται&#13;
στην παρούσα μελέτη ως μία από τις δυνατές πτυχές του επιχειρησιακού μοντέλου&#13;
αξιολόγησης, μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά στην αξιολόγηση σε σχέση με μέρη&#13;
του ρόλου του εκπαιδευτικού.&#13;
Το προτεινόμενο μοντέλο αξιολόγησης «Χρυσαλλίδα» εισηγείται εργαλείο με επτά&#13;
θεματικές ενότητες που αφορούν επί της ουσίας σε: α) στόχους, β) πλάνο δράσεων, γ)&#13;
αποτελέσματα, δ) αξίες, ε) επαγγελματικά χαρακτηριστικά, στ) προτεινόμενα βήματα&#13;
δράσης, ζ) επαγγελματικές προσδοκίες. Για τα θεματικά πεδία αντιστοιχούν κριτήρια&#13;
μέτρησης απόδοσης που αφορούν κυρίως: στο κλίμα μάθησης, στα μαθησιακά&#13;
αποτελέσματα, στην επικοινωνία και διάδραση μεταξύ των μελών της σχολικής μονάδας,&#13;
στον παιδαγωγικό ρόλο του εκπαιδευτικού, στην επαγγελματική διάσταση του ρόλου του&#13;
και στην ενεργό του συμμετοχή ως μέλος της επαγγελματικής κοινότητας μάθησης.&#13;
Τα στάδια του μοντέλου είναι τέσσερα: α) Α΄Φάση προαξιολογικού σταδίου: στοχασμός&#13;
στόχων (εμβρυϊκό στάδιο), β) Β΄Φάση προαξιολογικού σταδίου: στοχοθεσία (στάδιο&#13;
προνύμφης), γ) Στοχασμός πλάνου δράσεων (στάδιο νύμφης-χρυσαλλίδας), δ) Ολοκλήρωση&#13;
διαδικασίας (στάδιο πεταλούδας). Η ανάδειξη της σημασίας των συγκεκριμένων σταδίων&#13;
είναι αξιοσημείωτη, εφόσον συγκλίνουν με πτυχές αρχών του new public management. Ο&#13;
προσδιορισμός στόχων, σκοπών με προκαθορισμένους δείκτες μέτρησης επίτευξης στόχων,&#13;
η μέτρηση της αποτελεσματικότητας με κριτήριο την αποτελεσματικότητα αυτή καθαυτή, ο οργανωτικός, άμεσος, ευέλικτος και προπαντός συμμετοχικός χαρακτήρας της ιεραρχίας&#13;
μπορούν να αποτελέσουν τη βάση, προκειμένου η όλη διαδικασία να είναι περισσότερη&#13;
αποτελεσματική και παράλληλα οι εκπαιδευτικοί να αποκομίσουν μέσα από αυτήν οφέλη,&#13;
αλλά και να βελτιωθούν περαιτέρω. Ο συνδυασμός του συμβουλευτικού ρόλου του&#13;
Διευθυντή του σχολείου με την πρακτική της αυτοαξιολόγησης και μεταξιολόγησης&#13;
στοχεύουν στη διαρκή βελτίωση των εκπαιδευτικών. Το μοντέλο σηματοδοτείται από τις&#13;
τέσσερις δυνάμεις της πεταλούδας: α) τη δύναμη της βαρύτητας, β) τη δύναμη της&#13;
ανύψωσης, γ) τη δύναμη της ώθησης και δ) της αντίστασης, με βασική συνισταμένη την&#13;
αυτοαποτελεσματικότητα.&#13;
Στο προτεινόμενο μοντέλο ανιχνεύονται στοιχεία με υψηλά επίπεδα αποτελεσματικότητας,&#13;
με κύριες παραμέτρους την αλληλεπίδραση, την ανατροφοδότηση, την αξιοποίηση της&#13;
απόδοσης στη βάση της στοχοθεσίας, συμβάλλοντας παράλληλα στην ανάδειξη αξιών όπως&#13;
της αριστείας της εκπαίδευσης, του μαθητοκεντρισμού, της ανταπόκρισης και της&#13;
ομαδικότητας. Ένα στοχοκεντρικό μοντέλο αξιολόγησης δίνει τη δυνατότητα για&#13;
αυτορρύθμιση και αυτοαξιολόγηση ως προς την αξιοποίηση παιδαγωγικών μεθόδων, τη&#13;
συμβολή στην ενεργητική συμμετοχή μαθητών και την οικοδόμηση γνώσης εντός ενός&#13;
πλαισίου κατάλληλου κλίματος μάθησης που προάγει τη διεύρυνση των επικοινωνιακών&#13;
δεξιοτήτων τόσο σε διδακτικό, όσο και σε εξωδιδακτικό επίπεδο. Η βελτίωση που μπορεί&#13;
να επέλθει μέσα από μια τέτοια διαδικασία αξιολόγησης, μπορεί να αξιολογηθεί με βάση τα&#13;
αποτελέσματα των ενεργειών ως προς τα μέσα και τους τρόπους που αξιοποιήθηκαν για να&#13;
υπηρετήσουν τα πιο πάνω, στη βάση της διαφοροποιημένης διδασκαλίας, προάγοντας τον&#13;
μαθητοκεντρικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης και την ομαδοσυνεργατική μάθηση.&#13;
Η σημαντικότητα της διατριβής ανταποκρίνεται, κυρίως, στην ανάγκη για μέτρηση της&#13;
επάρκειας των εκπαιδευτικών, η οποία μπορεί να επιτευχθεί με τα κριτήρια αξιολόγησης&#13;
του προτεινόμενου εργαλείου, που εστιάζουν στη βελτίωση των μαθησιακών&#13;
αποτελεσμάτων, την ενίσχυση του παιδαγωγικού ρόλου και την ανάπτυξη επαγγελματικών&#13;
δεξιοτήτων χάρη στην επίτευξη στόχων, δια μέσου μιας πορείας συνεχούς ατομικής&#13;
αξιολόγησης.
English Abstract&#13;
This research study explores the system of secondary school teacher evaluation. The aim of&#13;
the study is to integrate effective practices and influences of the private sector into the field&#13;
of evaluation in the public sector, and create a model of effective evaluation, the model&#13;
“Chrysalis” (Diagram 17; p. 257). The model of evaluation may serve as value added to the&#13;
existing teacher evaluation system and the new teacher evaluation system that is currently&#13;
under proposal for implementation.&#13;
The research focus relies upon teacher perspectives about self-effectiveness and types of&#13;
evaluation, on the ground of certain pre-determined criteria. Effectiveness is explored&#13;
through self-evaluation within a framework of goal setting, and competence as being&#13;
emergent from value-based goals, such as quality in education and student-centered&#13;
teaching-learning practices.&#13;
Methodologically, this assignment uses both qualitative and quantitative research to create&#13;
a survey subset. The survey, being carried out in Gymnasiums, Lyceums and Technical&#13;
Schools in Cyprus, constitutes a mixed method approach, for it uses reflective experiential&#13;
accounts and questionnaires. The results of the reflective accounts (qualitative method) act&#13;
as a guide to the construction of the questionnaires (quantitative method).&#13;
Having been approved by the Centre of Educational Research and Evaluation, the two&#13;
research methods gained consent from the Headship of Secondary Education of the Ministry&#13;
of Education, Culture, Sport and Youth. The aim and objectives of the research study, its&#13;
usefulness and necessity, the process of data collection, the research sample, the research&#13;
time as well as the ethical concerns, being stated, have met the interest and approval of the&#13;
body of secondary education. The qualitative research sample includes 35 teachers working&#13;
in secondary schools in the city of Paphos and Limassol during the school year 2019-2020.&#13;
The quantitative sample consists of 203 teachers placed in secondary schools in Paphos,&#13;
Limassol and Nicosia for the school year 2020-2021.&#13;
The analysis of the qualitative data was achieved through a content analysis that directed to&#13;
six thematic units, which have then been categorised into indicators. Such a categorisation&#13;
enabled a further excavation of themes in the research questions. The quantitative data&#13;
analysis has been attained via the IBM SPSS system, through which data are summarised&#13;
through descriptive statistics analysis, and generalisations about the research population are&#13;
drawn through inferential statistics analysis. The Mann-Whitney U method has been used to uncover differentiations in the perspectives of teachers and assistant headteachers (n=21),&#13;
and the One-Way ANOVA parametric test has indicated diferences related to demographics.&#13;
Being extracted, the research conclusions have led to the construction of certain fields which&#13;
respond to evaluation stages, and to the configuration of criteria for the measurement of&#13;
competence and effectiveness. The conclusions of the study indicate the need for the&#13;
implementation of practices and influences from the private sector into the extent teacher&#13;
evaluation system, within a framework that may sustain the general principles of effective&#13;
leadership in the public sector and the value-based role of the teacher.&#13;
The combination of internal and external evaluation, as well as self-assessment is considered&#13;
by the vast majority of teachers (86,5%) as the form of evaluation that is quite or very&#13;
effective. Teachers (54,2%) consider very necessary the most active participation of the&#13;
school Principal concerning the evaluation process (except from the Inspector). As per this,&#13;
significant differences in this role (of the Principal) come to the surface. Teachers from 0 to&#13;
10 years of service agree statistically significantly less than teachers with 11 to 20 years of&#13;
service (p=0,037), as and with those with 21 to 34 years of service (p=0,024). There do not&#13;
seem to be significant differences in the average degree of teachers’ agreement with 11 to&#13;
20 years of service and those with 21 to 34 years of service (p=0,146).&#13;
The tendency towards internal evaluation, which is revealed through the research findings,&#13;
might contribute to the more effective evaluation of the eduacational work and the&#13;
measurement of the evaluation, in terms of the teacher’s contribution as per the upgrading&#13;
of the school unit’s quality assurance. It is brought up that a more effective dimension of the&#13;
teacher’s work in the event that a stage of consultation with the Principal is preceded, who&#13;
(the Principal) seems to play an active role in the evaluation process. Significantly positive&#13;
attitude of the participants for other stages that are absent from the current evaluation system&#13;
is identified. Teachers (43,8%) have a positive opinion towards the reflection-revision stage.&#13;
The planning and prioritization stage is considered by research participants very important&#13;
(49,3%) and the re-evaluation stage is considered quite necessary (41,3%).&#13;
Many teachers (47,8%) believe that the combination of self and peer assessment seems to&#13;
contribute to a large extent in ensuring the validity of the evaluation process, minding that it&#13;
might give a very high probability of personal self-improvement. According to research&#13;
participants (43,6%) a pre-evaluation stage including goal setting parameter seems to to able to play a vital role. Since this stage actually is not a part of the current assessment system,&#13;
the research findings highlight the importance of adopting this stage, as it seems to be able&#13;
to contribute significantly to raising teachers’ beliefs about their self-efficacy.&#13;
The majority of teachers (61,1%) believe that the citerior of quality in educational work is&#13;
very important duding the goal setting and (55,7%) state that they consider that it (goal&#13;
setting) contributes to the empowerment and effectiveness of the teacher’s role. Teachers&#13;
(48,0%) believe that setting goals play important role for their improvement and in general&#13;
their professional development. The goal oriented practice, that emerges in the present study&#13;
as one of the possible aspects of private sector’s evaluation mode, might work effectively in&#13;
the evaluation system in relation to parts of the teacher’s role.&#13;
The research findings reveal the proposed evaluation model named “Chrysalis”. The model&#13;
suggests evaluation tool with seven thematic units which are mainly related to: a) goalsetting;&#13;
b) action plan; c) results; d) values; e) professional characteristics; f) future action&#13;
steps; g) professional expectations. Criteria of performance measurement correspond to the&#13;
thematic fields relating to the: learning climate; learning results; communication and&#13;
interaction between the members of the school unit; the pedagogigal and professional part,&#13;
as well as the participation of the teacher as an active member of a professional learning&#13;
community.&#13;
The stages of the proposed model are four: a) Phase A pre-evaluation (goal-thinking:&#13;
embryonic stage); b) Phase B pre-evaluation (goal-setting: caterpillar stage); c)&#13;
contemplation of action plan (chysalis stage) and d) process completion (butterfly stage).&#13;
The importance of these stages is remarkable since they converge with aspects of principles&#13;
of the New Public Management.The definition of goals with predetermined indicators of the&#13;
goals’ achievement measurement, with criteria of effectiveness per se, the organizational&#13;
direct, flexible and above all participatory nature of the hierarchy, can consist of a basis for&#13;
an efficient process. At the same time teachers improve themselves via this procedure. The&#13;
recommendation role of the school Principal and the practice of self-evaluation and reevaluation&#13;
that are reflected in the model aim at the continuing improvement of teacher&#13;
effectivemess. The model is marked by the four forces which act upon butterflies when they&#13;
fly: gravity (weight); lift; thrust and drag, with the effect of self-efficacy.&#13;
High levels of effectiveness are detected at components of the model, through the proposed&#13;
evaluation tool with the main parameters of interaction, feedback, utilization of performace&#13;
based on goal setting, contributing to the excellence of education, with a focus on studentceteredness,&#13;
responsiveness and teamwork. A goal-oriented assessment model enables selfregulation&#13;
and self-assessment in terms of utilizing pedagogigal methods, contributing to the&#13;
active participation of students and building knowledge within an appropriate learning&#13;
climate. This promotes the improvement of communication skills at both teaching and out&#13;
of classroom environment. The improvement, that comes through this kind of assessment&#13;
process, can be revealed based on the results of the actions, in terms of the ways that are&#13;
used to serve the mentioned above, on the basis of differentiated teaching, by promoting the&#13;
sudent-centered and collaborative learning environment.&#13;
The significance of the study mainly revolves around the need for the appraisal of teacher&#13;
competence, which (appraisal) may practically be attained via the evaluating criteria of the&#13;
proposed tool that focus on targeting student learning outcomes, strengthening the&#13;
pedagogical part and professional skills through goal achievement, within a continuing&#13;
personal assessment journey.
</description>
<pubDate>Sun, 01 Aug 2021 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/12056</guid>
<dc:date>2021-08-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Εμπόδια–συνοδοιπόροι ενός διευθυντή στην προσπάθεια για συμπερίληψη των μαθητών των Ειδικών Μονάδων Μέσης Εκπαίδευσης της Κύπρου</title>
<link>http://hdl.handle.net/11728/12052</link>
<description>Εμπόδια–συνοδοιπόροι ενός διευθυντή στην προσπάθεια για συμπερίληψη των μαθητών των Ειδικών Μονάδων Μέσης Εκπαίδευσης της Κύπρου
Χαραλάμπους, Κωνσταντία
Πρόσφατες, διεθνείς έρευνες, υποστηρίζουν ότι ο διευθυντής ενός σχολείου αποτελεί έναν από τους πρωταρχικούς παράγοντες που δύνανται να συμβάλουν στη συμπερίληψη των μαθητών που χαρακτηρίζονται ως Άτομα με Ειδικές Εκπαιδευτικές Ανάγκες (ΑμΕΕΑ). Η παρούσα διδακτορική διατριβή υποστηρίζει ότι τα εμπόδια που συναντά ένας διευθυντής στη προσπάθεια για συμπερίληψη των μαθητών των Ειδικών Μονάδων Μέσης Εκπαίδευσης (ΕΜΜΕ) μπορούν να μετατραπούν σε συνοδοιπόρους του, μέσω της εφαρμογής του μοντέλου Ενδιάμεσης Αντεστραμμένης Πυραμίδας (ΕΑΠ), ενός μοντέλου ηγεσίας, που συνιστά αποτέλεσμα της εν λόγω έρευνας.&#13;
Η έρευνα βασίστηκε στη Μικτής Μεθοδολογίας Έρευνα Δράσης (ΜΜΕΔ), ένα συνδυασμό μικτής μεθοδολογικής προσέγγισης και έρευνας δράσης. Πραγματοποιήθηκε σε ένα σχολείο Μέσης Εκπαίδευσης της Κύπρου στο οποίο στεγάζεται Ειδική Μονάδα, αποσκοπώντας αρχικά στην αξιολόγηση του βαθμού συμπερίληψης των μαθητών της ΕΜΜΕ, στο συγκεκριμένο σχολείο, μέσω της μικτής ερευνητικής μεθοδολογίας. Έπειτα, περνώντας στην έρευνα δράσης, επιχειρήθηκε η εφαρμογή του μοντέλου ΕΑΠ με σκοπό την αύξηση του βαθμού συμπερίληψης. Τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής αξιολογήθηκαν και πάλι μέσω της μικτής μεθοδολογικής προσέγγισης.&#13;
Τελικά, η έρευνα κατέδειξε ότι το μοντέλο ΕΑΠ μέσω της επιστράτευσης των παραγόντων-εμποδίων στη συμπεριληπτική προσπάθεια και της μετατροπής τους στη συνέχεια σε συνοδοιπόρους στο έργο του διευθυντή συνέβαλε στον σταδιακό περιορισμό των περιθωριοποιητικών τάσεων. Σε αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα συνέβαλε και η εκμετάλλευση της ΜΜΕΔ, η οποία ως μεθοδολογική προσέγγιση αύξησε τα επίπεδα συνεργασίας ανάμεσα κυρίως στους εκπαιδευτικούς, αλλά και κατ’ επέκταση ανάμεσα στα υπόλοιπα μέλη της σχολικής κοινότητας.&#13;
Η επιστημονική συνεισφορά της διατριβής έγκειται στο γεγονός ότι εστιάζεται στη λειτουργία των ΕΜΜΕ, μια παράμετρο στην οποία έχει γίνει μηδαμινή αναφορά στον κυπριακό ερευνητικό χώρο. Συνεπώς, η παρούσα διατριβή χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα στοιχεία πρωτοτυπίας: Κατά πρώτο λόγο, το προτεινόμενο μοντέλο ηγεσίας δύναται να οδηγήσει στην υιοθέτηση συμπεριληπτικής κουλτούρας που θα ωφελήσει όχι μόνο τους μαθητές της ΕΜΜΕ, αλλά και οποιοδήποτε περιθωριοποιημένο μαθητή. Συν τοις άλλοις, το μοντέλο της ΕΑΠ μπορεί να συμβάλει και στην αντιμετώπιση άλλων προβλημάτων που εμφανίζονται στον εκπαιδευτικό χώρο, αφού ως διαδικασία έχει την ιδιότητα να εστιάζει στα συγκεκριμένα προβλήματα που εντοπίζουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι καλούνται να βρουν και να εφαρμόσουν τη λύση, η οποία δεν επιβάλλεταιέτοιμη και δοσμένη από πάνω. Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό επιτρέπει στο μοντέλο να λειτουργεί θεραπευτικά.&#13;
Τέλος, ως αξιόλογη σε επιστημονικό επίπεδο έχει αποδειχθεί και η συμβολή της ΜΜΕΔ στη συμπερίληψη των μαθητών των ΕΜΜΕ και κατ’ επέκταση η χρήση της ως ενός ακόμη μέτρου αντιμετώπισης της περιθωριοποίησης, συνεπικουρώντας ουσιαστικά την προσπάθεια του εισηγούμενου μοντέλου ηγεσίας. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η ΜΜΕΔ δεν έχει τύχει εκμετάλλευσης από τους ερευνητές στον χώρο της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης σε διεθνές επίπεδο.
</description>
<pubDate>Wed, 01 Jan 2020 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">http://hdl.handle.net/11728/12052</guid>
<dc:date>2020-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
</channel>
</rss>
